Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beschließen
01
αποφασίζω, ολοκληρώνω
Eine endgültige Entscheidung treffen oder etwas zu Ende bringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beschließe
γ΄ ενικό πρόσωπο
beschließt
ενεστώτα μετοχή
beschließend
απλός αόριστος
beschloss
παθητική μετοχή
beschlossen
Παραδείγματα
Der Richter beschloss, den Angeklagten freizusprechen.
Ο δικαστής αποφάσισε να αθωώσει τον κατηγορούμενο.



























