beschließen
besch
ˈbəʃ
bēsh
lie
li:
li
ßen
sən
sēn
beschießen

Ορισμός και σημασία του "beschließen"στα γερμανικά

beschließen
01

αποφασίζω, ολοκληρώνω

Eine endgültige Entscheidung treffen oder etwas zu Ende bringen 
beschließen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beschließe
γ΄ ενικό πρόσωπο
beschließt
ενεστώτα μετοχή
beschließend
απλός αόριστος
beschloss
παθητική μετοχή
beschlossen
Παραδείγματα
Wir haben beschlossen, nächstes Jahr nach Deutschland zu reisen. 

Αποφασίσαμε να ταξιδέψουμε στη Γερμανία του χρόνου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store