der beruf
be
ruf
ˈʁu:f
roof

Ορισμός και σημασία του "beruf"στα γερμανικά

01

επάγγελμα, επαγγελματική δραστηριότητα

Eine Tätigkeit, die man gelernt hat und regelmäßig für Geld ausübt 
der Beruf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Berufe
γενική πτώση
Beruf(e)s
Παραδείγματα
Welchen Beruf hast du? 

Τι επάγγελμα έχεις;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store