Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Beruf
01
επάγγελμα, επαγγελματική δραστηριότητα
Eine Tätigkeit, die man gelernt hat und regelmäßig für Geld ausübt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Berufe
γενική πτώση
Beruf(e)s
Παραδείγματα
Welchen Beruf hast du?
Τι επάγγελμα έχεις;
LanGeek



























