der Beruf
Pronunciation
/bəˈʁuːf/

Ορισμός και σημασία του "beruf"στα γερμανικά

01

επάγγελμα, επαγγελματική δραστηριότητα

Eine Tätigkeit, die man gelernt hat und regelmäßig für Geld ausübt
der Beruf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Beruf(e)s
πληθυντικός τύπος
Berufe
Παραδείγματα
Ich habe meinen Beruf immer geliebt.
Πάντα αγάπησα το επάγγελμά μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store