Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
berichten
01
αναφέρω, κάνω αναφορά
Informationen oder Nachrichten über etwas mitteilen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
richten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
berichte
γ΄ ενικό πρόσωπο
berichtet
ενεστώτα μετοχή
berichtend
απλός αόριστος
berichtete
παθητική μετοχή
berichtet
Παραδείγματα
Kannst du mir mehr darüber berichten?
Μπορείς να μου πληροφορήσεις περισσότερα γι' αυτό;



























