der berg
berg
bɛɐ̯k
μπεκ
werk

Ορισμός και σημασία του "berg"στα γερμανικά

01

βουνό, λόφος

Ein hoher, natürlicher Hügel aus Stein und Erde 
der Berg definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Berge
γενική πτώση
Berg(e)s
Παραδείγματα
Der Berg ist hoch. 

Το βουνό είναι ψηλό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store