Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Berg
01
βουνό, λόφος
Ein hoher, natürlicher Hügel aus Stein und Erde
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Berge
γενική πτώση
Berg(e)s
Παραδείγματα
Der Berg ist hoch.
Το βουνό είναι ψηλό.
LanGeek



























