der Berg
Pronunciation
/bɛʁk/

Ορισμός και σημασία του "berg"στα γερμανικά

01

βουνό, λόφος

Ein hoher, natürlicher Hügel aus Stein und Erde
der Berg definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Berg(e)s
πληθυντικός τύπος
Berge
Παραδείγματα
Ich sehe den Berg von hier.
Βλέπω το βουνό από εδώ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store