Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bemerkenswert
01
αξιοσημείωτος, αξιοπρόσεκτος
Etwas, das Aufmerksamkeit verdient, weil es ungewöhnlich, besonders oder erwähnenswert ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am bemerkenswertesten
συγκριτικός βαθμός
bemerkenswerter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er zeigte bemerkenswerten Mut in der Situation.
Έδειξε αξιοσημείωτο θάρρος σε εκείνη την κατάσταση.



























