Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Beleg
01
απόδειξη, παραστατικό
Ein Schriftstück, das einen Kauf oder eine Zahlung bestätigt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Beleg(e)s
πληθυντικός τύπος
Belege
Παραδείγματα
Der Beleg wurde per E-Mail geschickt.
Η απόδειξη στάλθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.



























