der Beleg
Pronunciation
/bəˈleːk/

Ορισμός και σημασία του "beleg"στα γερμανικά

01

απόδειξη, παραστατικό

Ein Schriftstück, das einen Kauf oder eine Zahlung bestätigt
der Beleg definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Beleg(e)s
πληθυντικός τύπος
Belege
Παραδείγματα
Der Beleg wurde per E-Mail geschickt.
Η απόδειξη στάλθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store