der befürworter
befürworter
bəfy:ɐ̯vɔʁtɐ
bēfyvawrt

Ορισμός και σημασία του "befürworter"στα γερμανικά

Der Befürworter
01

υποστηρικτής, υπερασπιστής

Eine Person, die eine bestimmte Idee, Maßnahme oder Politik aktiv unterstützt und öffentlich für sie eintritt 
der Befürworter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Befürworter
αρσενικό ενικό
Befürworter
θηλυκό ενικό
Befürworterin
neutral form
Befürwortende
γενική πτώση
Befürworters
Παραδείγματα
Er ist ein Befürworter erneuerbarer Energien. 

Είναι υποστηρικτής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store