der Befürworter
Pronunciation
/bəˈfyːɐ̯ˌvɔʁtɐ/

Ορισμός και σημασία του "befürworter"στα γερμανικά

Der Befürworter
[gender: masculine]
01

υποστηρικτής, υπερασπιστής

Eine Person, die eine bestimmte Idee, Maßnahme oder Politik aktiv unterstützt und öffentlich für sie eintritt
der Befürworter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Befürworters
πληθυντικός τύπος
Befürworter
Παραδείγματα
Er ist ein prominenter Befürworter der EU-Erweiterung.
Είναι ένας εξέχων υποστηρικτής της επέκτασης της ΕΕ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store