der Baum
Pronunciation
/baʊ̯m/

Ορισμός και σημασία του "baum"στα γερμανικά

01

δέντρο, δέντρο

Eine große Pflanze mit Stamm, Ästen und Blättern
der Baum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Baum(e)s
πληθυντικός τύπος
Bäume
Παραδείγματα
Vögel leben in Bäumen.
Τα πουλιά ζουν στα δέντρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store