Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bauen
[past form: baute]
01
χτίζω, οικοδομώ
Etwas herstellen oder errichten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
baue
γ΄ ενικό πρόσωπο
baut
ενεστώτα μετοχή
bauend
απλός αόριστος
baute
παθητική μετοχή
gebaut
Παραδείγματα
Wir bauen einen Schuppen im Garten.
Χτίζουμε ένα παράπηγμα στον κήπο.



























