bauen
Pronunciation
/ˈbaʊ̯ən/

Ορισμός και σημασία του "bauen"στα γερμανικά

bauen
[past form: baute]
01

χτίζω, οικοδομώ

Etwas herstellen oder errichten
bauen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
baue
γ΄ ενικό πρόσωπο
baut
ενεστώτα μετοχή
bauend
απλός αόριστος
baute
παθητική μετοχή
gebaut
Παραδείγματα
Wir bauen einen Schuppen im Garten.
Χτίζουμε ένα παράπηγμα στον κήπο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store