Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bauch
01
κοιλιά, στομάχι
Der Körperbereich unterhalb der Brust, der den Magen enthält
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Bäuche
γενική πτώση
Bauch(e)s
Παραδείγματα
Mein Bauch tut weh.
Πονάει η κοιλιά μου.
LanGeek



























