der bauch
bauch
baʊx
μπαουχ
bauschbrauchbruch

Ορισμός και σημασία του "bauch"στα γερμανικά

01

κοιλιά, στομάχι

Der Körperbereich unterhalb der Brust, der den Magen enthält 
der Bauch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Bäuche
γενική πτώση
Bauch(e)s
Παραδείγματα
Mein Bauch tut weh. 

Πονάει η κοιλιά μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store