das bad
bad
ba:t
bat
bett

Ορισμός και σημασία του "bad"στα γερμανικά

01

μπάνιο, δωμάτιο μπάνιου

Ein Raum zum Duschen oder Baden 
das Bad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Bäder
γενική πτώση
Bad(e)s
Παραδείγματα
Das Bad ist im ersten Stock. 

Το μπάνιο είναι στον πρώτο όροφο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store