Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
backen
01
ψήνω
Etwas im Ofen zubereiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
backe
γ΄ ενικό πρόσωπο
backt
ενεστώτα μετοχή
backend
απλός αόριστος
backte
παθητική μετοχή
gebacken
Παραδείγματα
Ich backe einen Kuchen.
Εγώ ψήνω ένα κέικ.



























