backen
Pronunciation
/ˈbakən/

Ορισμός και σημασία του "backen"στα γερμανικά

backen
01

ψήνω

Etwas im Ofen zubereiten
backen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
backe
γ΄ ενικό πρόσωπο
backt
ενεστώτα μετοχή
backend
απλός αόριστος
backte
παθητική μετοχή
gebacken
Παραδείγματα
Er möchte einen Apfelkuchen backen.
Θέλει να ψήσει μια μηλόπιτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store