die avocado
a
ˈa:
a
vo
vo
vo
ca
ka:
ka
do
do
do

Ορισμός και σημασία του "avocado"στα γερμανικά

01

αβοκάντο, αβοκάντο

eine grüne tropische Frucht mit cremigem Fruchtfleisch 
die Avocado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Avocados
γενική πτώση
Avocado
Παραδείγματα
Die Avocado hat einen großen Kern. 

Το αβοκάντο έχει ένα μεγάλο κουκούτσι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store