Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
außerordentlich
01
εξαιρετικός, ασυνήθιστος
Sehr besonders, ungewöhnlich oder besser als normal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am außerordentlichsten
συγκριτικός βαθμός
außerordentlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Ausstellung war außerordentlich interessant.
Η έκθεση ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.



























