Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Automatisierung
[gender: feminine]
01
αυτοματοποίηση, μηχανοποίηση
Der Einsatz von Maschinen statt Menschen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Automatisierung
Παραδείγματα
Automatisierung ist ein wichtiger Trend in der Industrie.
Η αυτοματοποίηση είναι μια σημαντική τάση στη βιομηχανία.



























