Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Auszubildender
01
μαθητευόμενος, πρακτικάριος
Eine Person, die eine berufliche Ausbildung macht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Auszubildende(n)
αρσενικό ενικό
Auszubildender
θηλυκό ενικό
Auszubildende
neutral form
Auszubildende(r)
γενική πτώση
Auszubildenden
Παραδείγματα
Der Auszubildender arbeitet in der Werkstatt.
Ο εκπαιδευόμενος εργάζεται στο εργαστήριο.
LanGeek



























