Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausprobieren
01
δοκιμάζω
Etwas testen oder versuchen, um zu sehen, wie es funktioniert oder ob es gefällt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
probieren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
probiere aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
probiert aus
ενεστώτα μετοχή
ausprobierend
απλός αόριστος
probierte aus
παθητική μετοχή
ausprobiert
Παραδείγματα
Wir sollten verschiedene Lösungen ausprobieren.
Πρέπει να δοκιμάσουμε διαφορετικές λύσεις.



























