die ausfahrt
ausfahrt
aʊ̯sfa:ɐ̯t
awsfat
autofahrtauffahrt

Ορισμός και σημασία του "ausfahrt"στα γερμανικά

01

έξοδος, αποχώρηση

Der Weg, über den man aus einem Gelände oder von einer Straße abfährt 
die Ausfahrt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ausfahrt
πληθυντικός τύπος
Ausfahrten
Παραδείγματα
Die nächste Ausfahrt ist in zwei Kilometern. 

Η επόμενη έξοδος είναι σε δύο χιλιόμετρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store