das augenlid
au
ˈaʊ̯
αου
gen
gən
γκαν
lid
lɪt
λιτ

Ορισμός και σημασία του "augenlid"στα γερμανικά

01

βλέφαρο, βλέφαρο

Die dünne Haut, die das Auge schützt und es durch Blinzeln feucht hält 
das Augenlid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Augenlider
γενική πτώση
Augenlid(e)s
Παραδείγματα
Das Augenlid schließt sich beim Schlafen automatisch. 

Το βλέφαρο κλείνει αυτόματα κατά τη διάρκεια του ύπνου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store