atmen
Pronunciation
/ˈaːtmən/

Ορισμός και σημασία του "atmen"στα γερμανικά

01

αναπνέω

Luft durch Mund oder Nase ein- und auslassen
atmen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
atme
γ΄ ενικό πρόσωπο
atmet
ενεστώτα μετοχή
atmend
απλός αόριστος
atmete
παθητική μετοχή
geatmet
Παραδείγματα
Das Baby atmet leise im Schlaf.
Το μωρό αναπνέει ήσυχα στον ύπνο του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store