die artischocke
ar
ar
tisch
ˈtɪʃ
tish
o
ɔ
aw
cke

Ορισμός και σημασία του "artischocke"στα γερμανικά

Die Artischocke
01

αγκινάρα, αγκινάρα

ein großes Gemüse mit festen Blättern 
die Artischocke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Artischocken
γενική πτώση
Artischocke
Παραδείγματα
Die Artischocke ist grün und hat viele Blätter. 

Η αγκινάρα είναι πράσινη και έχει πολλά φύλλα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store