arrogant
Pronunciation
/aʁoˈɡant/

Ορισμός και σημασία του "arrogant"στα γερμανικά

01

αλαζονικός, υπεροπτικός

Überheblich und von sich selbst eingenommen
arrogant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am arrogantesten
συγκριτικός βαθμός
arrogranter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Niemand mag jemanden, der arrogant ist.
Κανείς δεν συμπαθεί κάποιον που είναι αλαζονικός.

Λεξικό Δέντρο

arrogant
arrog
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store