arrogant
a
a
a
rro
ʁo
ro
gant
ˈgant
gant
ambulanttolerantrelevantgespannt

Ορισμός και σημασία του "arrogant"στα γερμανικά

01

αλαζονικός, υπεροπτικός

Überheblich und von sich selbst eingenommen 
arrogant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am arrogantesten
συγκριτικός βαθμός
arrogranter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Verhalten, Charakter, Einstellung
Παραδείγματα
Sie wirkt auf andere oft arrogant. 

Συχνά φαίνεται αλαζονική στους άλλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

arrogant
arrog
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store