die Armut
Pronunciation
/ˈaʁmuːt/

Ορισμός και σημασία του "armut"στα γερμανικά

01

φτώχεια, ένδεια

Der Zustand, sehr wenig Geld oder Besitz zu haben
die Armut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Armut
Παραδείγματα
Die Armut wuchs in der Wirtschaftskrise stark an.
Η φτώχεια αυξήθηκε απότομα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store