die armee
ar
ar
mee
ˈme:
me

Ορισμός και σημασία του "armee"στα γερμανικά

01

στρατός, ένοπλες δυνάμεις

Eine organisierte militärische Streitmacht eines Landes 
die Armee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Armeen
γενική πτώση
Armee
Παραδείγματα
Die Armee schützt das Land vor Feinden. 

Ο στρατός προστατεύει τη χώρα από τους εχθρούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store