arm
Pronunciation
/arm/

Ορισμός και σημασία του "arm"στα γερμανικά

01

φτωχός

Nicht genug Geld oder Besitz haben
arm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
ärmste-
συγκριτικός βαθμός
ärmer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
In der Armut zu leben, ist schwer.
Η ζωή στη φτώχεια είναι δύσκολη.
01

μπράτσο, άνω άκρο

Ein Teil des Körpers, der von der Schulter bis zur Hand reicht
der Arm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Arm(e)s
πληθυντικός τύπος
Arme
Παραδείγματα
Dein Arm ist stärker als meiner.
Ο βραχίονας σου είναι πιο δυνατός από τον δικό μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store