Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arm
01
φτωχός
Nicht genug Geld oder Besitz haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
ärmste-
συγκριτικός βαθμός
ärmer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist arm und hat wenig Geld.
Είναι φτωχός και έχει λίγα χρήματα.
Der Arm
01
μπράτσο, άνω άκρο
Ein Teil des Körpers, der von der Schulter bis zur Hand reicht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Arm(e)s
πληθυντικός τύπος
Arme
Παραδείγματα
Mein Arm tut weh.
Ο βραχίονας μου πονάει.



























