Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Argument
01
επιχείρημα, συλλογισμός
Eine logische Begründung oder Aussage, die eine Meinung oder These unterstützt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
argument(e)s
πληθυντικός τύπος
argumente
Παραδείγματα
Kannst du deine Position mit Argumenten untermauern?
Μπορείς να υποστηρίξεις τη θέση σου με επιχειρήματα ;
Λεξικό Δέντρο
argumentation
argument
argue



























