das Argument
Pronunciation
/aʁɡuˈmɛnt/

Ορισμός και σημασία του "argument"στα γερμανικά

01

επιχείρημα, συλλογισμός

Eine logische Begründung oder Aussage, die eine Meinung oder These unterstützt
das Argument definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
argument(e)s
πληθυντικός τύπος
argumente
Παραδείγματα
Kannst du deine Position mit Argumenten untermauern?
Μπορείς να υποστηρίξεις τη θέση σου με επιχειρήματα ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store