Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Anteil
01
ein Teil von etwas, besonders von einer Menge, Aufgabe oder Sache
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Anteile
γενική πτώση
Anteil(e)s
Παραδείγματα
Sein Anteil an der Arbeit war sehr groß.
LanGeek



























