der ansporn
ans
ˈanʃ
ansh
porn
pɔrn
pawrn

Ορισμός και σημασία του "ansporn"στα γερμανικά

01

κίνητρο, παρακίνηση

Etwas, das jemanden motiviert oder antreibt 
der Ansporn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Ansporne
γενική πτώση
Ansporns
Παραδείγματα
Lob ist ein wichtiger Ansporn für gute Arbeit. 

Ο έπαινος είναι ένα σημαντικό κίνητρο για καλή δουλειά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store