Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ansiedeln
01
εγκαθίσταμαι, εγκατασταθώ
Einen Ort zum Leben oder Arbeiten wählen und sich dort niederlassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
siedeln
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
siedele an
γ΄ ενικό πρόσωπο
siedelt an
ενεστώτα μετοχή
ansiedelnd
απλός αόριστος
siedelte an
παθητική μετοχή
angesiedelt
Παραδείγματα
Viele Einwanderer haben sich in den Küstenstädten angesiedelt.
Πολλοί μετανάστες εγκαταστάθηκαν στις παράκτιες πόλεις.



























