anonym
Pronunciation
/ˌanoˈnyːm/

Ορισμός και σημασία του "anonym"στα γερμανικά

01

ανώνυμος, χωρίς ταυτότητα

Ohne erkennbare oder bekannte Identität
anonym definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am anonymsten
συγκριτικός βαθμός
anonymer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Kunstwerk wurde von einem anonymen Künstler geschaffen.
Το έργο τέχνης δημιουργήθηκε από έναν ανώνυμο καλλιτέχνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store