Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anfertigen
01
κατασκευάζω, προετοιμάζω
Etwas sorgfältig oder formell herstellen oder erstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
fertigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fertige an
γ΄ ενικό πρόσωπο
fertigt an
ενεστώτα μετοχή
anfertigend
απλός αόριστος
fertigte an
παθητική μετοχή
angefertigt
Παραδείγματα
Das Labor fertigte die Testergebnisse schnell an.
Το εργαστήριο παρήγαγε γρήγορα τα αποτελέσματα των δοκιμών.



























