anfertigen
anfertigen
anfɛɐ̯tɪgng
anfetigng

Ορισμός και σημασία του "anfertigen"στα γερμανικά

anfertigen
01

κατασκευάζω, προετοιμάζω

Etwas sorgfältig oder formell herstellen oder erstellen 
anfertigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
fertigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fertige an
γ΄ ενικό πρόσωπο
fertigt an
ενεστώτα μετοχή
anfertigend
απλός αόριστος
fertigte an
παθητική μετοχή
angefertigt
Παραδείγματα
Die Übersetzung wurde in einer Woche angefertigt. 

Η μετάφραση προετοιμάστηκε σε μια εβδομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store