Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Altenheim
01
γηροκομείο, καταφύγιο ηλικιωμένων
Ein Ort, an dem ältere Menschen dauerhaft betreut und versorgt werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Altenheim(e)s
πληθυντικός τύπος
Altenheime
Παραδείγματα
Meine Großmutter lebt in einem Altenheim.
Η γιαγιά μου ζει σε ένα γηροκομείο.



























