Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alltäglich
01
καθημερινός, συνηθισμένος
Etwas, das regelmäßig vorkommt oder nicht besonders ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am alltäglichsten
συγκριτικός βαθμός
alltäglicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Alltägliche Aufgaben können manchmal langweilig sein.
Οι καθημερινές εργασίες μπορεί μερικές φορές να είναι βαρετές.
Λεξικό Δέντρο
alltäglich
all
täglich



























