Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
allgemein
01
γενικός, κοινός
Bezieht sich auf etwas, das umfassend gilt, nicht auf eine Einzelperson oder einen Einzelfall beschränkt ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am allgemeinsten
συγκριτικός βαθμός
allgemeiner
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Veranstaltung behandelt allgemeine Themen.
Η εκδήλωση καλύπτει γενικά θέματα.
02
δημόσιος, γενικός
Etwas, das für alle gilt oder der Öffentlichkeit zugänglich oder bekannt ist
Παραδείγματα
Allgemeine Empörung folgte der Entscheidung.
Η γενική οργή ακολούθησε την απόφαση.
Λεξικό Δέντρο
allgemein
all
gemein



























