allergisch
a
a
α
ller
ˈlɛʁ
λερ
gisch
gɪʃ
γκισ

Ορισμός και σημασία του "allergisch"στα γερμανικά

allergisch
01

αλλεργικός, ευαίσθητος

Mit einer körperlichen Abwehrreaktion auf bestimmte Stoffe reagierend 
allergisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Gesundheit, Medizin, Körper
Παραδείγματα
Ich bin allergisch gegen Nüsse. 

Είμαι αλλεργικός στα καρύδια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store