die allergie
a
a
a
ller
lɛʁ
ler
gie
ˈgi:
gi

Ορισμός και σημασία του "allergie"στα γερμανικά

01

αλλεργία, υπερευαισθησία

Eine überempfindliche Reaktion des Immunsystems auf bestimmte Stoffe 
die Allergie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Allergien
γενική πτώση
Allergie
Παραδείγματα
Der Hauttest bestätigte eine Allergie gegen Erdnüsse. 

Το δερματικό τεστ επιβεβαίωσε αλλεργία στα φιστίκια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store