Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Alleinstehender
[gender: masculine]
01
μοναχικός άνθρωπος, ανύπαντρος που ζει μόνος
Eine unverheiratete Person, die ohne Partner oder Familie lebt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Alleinstehenden
πληθυντικός τύπος
Alleinstehende(n)
Παραδείγματα
Sie fühlt sich als Alleinstehende wohl in ihrem Leben.
Ανύπαντρη, αισθάνεται καλά στη ζωή της.



























