Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alleinerziehend
01
μονός γονέας, μονογονεϊκός
Eine Person, die ein oder mehrere Kinder alleine erzieht, ohne Partner oder Partnerin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie ist alleinerziehend und hat zwei Kinder.
Είναι μονογονεϊκός γονέας και έχει δύο παιδιά.



























