der alkohol
al
ˈal
al
ko
ko
ko
hol
ho:l
hol

Ορισμός και σημασία του "alkohol"στα γερμανικά

01

αλκοόλ, αιθανόλη

Flüssige, brennbare Chemikalie ohne Farbe, z. B. in Desinfektionsmitteln 
der Alkohol definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Alkohols
πληθυντικός τύπος
Alkohole
Παραδείγματα
Alkohol wird oft zum Reinigen verwendet. 
02

αλκοολούχο ποτό, αλκοόλ

Rauschgetränk wie Bier, Wein oder Schnaps 
der Alkohol definition and meaning
Παραδείγματα
Kinder dürfen keinen Alkohol trinken. 

Τα παιδιά δεν επιτρέπεται να πίνουν αλκοόλ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store