Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Alkohol
[gender: masculine]
01
αλκοόλ, αιθανόλη
Flüssige, brennbare Chemikalie ohne Farbe, z. B. in Desinfektionsmitteln
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Alkohols
πληθυντικός τύπος
Alkohole
Παραδείγματα
In Desinfektionsmitteln ist viel Alkohol enthalten.
02
αλκοολούχο ποτό, αλκοόλ
Rauschgetränk wie Bier, Wein oder Schnaps
Παραδείγματα
Auf der Party gab es viel Alkohol.
Στο πάρτι υπήρχε πολύ αλκοόλ.



























