Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Akzent
[gender: masculine]
01
προφορά, ακцент
Die besondere Art der Aussprache, die typisch für eine Region oder Sprache ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Akzent(e)s
πληθυντικός τύπος
Akzente
Παραδείγματα
Viele Menschen finden den Akzent charmant.
Πολλοί άνθρωποι βρίσκουν την προφορά γοητευτική.



























