Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Akzent
01
προφορά, ακцент
Die besondere Art der Aussprache, die typisch für eine Region oder Sprache ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Akzente
γενική πτώση
Akzent(e)s
Παραδείγματα
Er spricht Deutsch mit einem französischen Akzent.
Μιλάει γερμανικά με γαλλική προφορά.
LanGeek



























