ahnen
Pronunciation
/ˈaːnən/

Ορισμός και σημασία του "ahnen"στα γερμανικά

01

υποψιάζομαι, προαισθάνομαι

Etwas vermuten oder eine Ahnung haben
ahnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ahne
γ΄ ενικό πρόσωπο
ahnt
ενεστώτα μετοχή
ahnend
απλός αόριστος
ahnte
παθητική μετοχή
geahnt
Παραδείγματα
Kannst du ahnen, wie das endet?
Μπορείς να προαισθανθείς πώς τελειώνει αυτό ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store