Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ahnen
01
υποψιάζομαι, προαισθάνομαι
Etwas vermuten oder eine Ahnung haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ahne
γ΄ ενικό πρόσωπο
ahnt
ενεστώτα μετοχή
ahnend
απλός αόριστος
ahnte
παθητική μετοχή
geahnt
Παραδείγματα
Kannst du ahnen, wie das endet?
Μπορείς να προαισθανθείς πώς τελειώνει αυτό ;



























