ablehnen
Pronunciation
/ˈapleːnən/

Ορισμός και σημασία του "ablehnen"στα γερμανικά

ablehnen
01

απορρίπτω

Etwas nicht akzeptieren oder annehmen
ablehnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
lehnen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lehne ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
lehnt ab
ενεστώτα μετοχή
ablehnend
απλός αόριστος
lehnte ab
παθητική μετοχή
abgelehnt
Παραδείγματα
Wir müssen deinen Antrag ablehnen.
Πρέπει να απορρίψουμε την αίτησή σας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store