Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ablehnen
01
απορρίπτω
Etwas nicht akzeptieren oder annehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
lehnen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lehne ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
lehnt ab
ενεστώτα μετοχή
ablehnend
απλός αόριστος
lehnte ab
παθητική μετοχή
abgelehnt
Παραδείγματα
Wir müssen deinen Antrag ablehnen.
Πρέπει να απορρίψουμε την αίτησή σας.



























