Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abbeißen
01
ein Stück von etwas mit den Zähnen abtrennen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
beißen
Παραδείγματα
Sie biss ein Stück vom Apfel ab.
LanGeek



























