électoral
é
e
ε
lec
lɛk
λεκ
to
το
ral
ʁal
ραλ

Ορισμός και σημασία του "électoral"στα γαλλικά

électoral
01

εκλογικός, σχετικός με εκλογές

qui concerne les élections ou le processus de vote 
électoral definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
électoral
αρσενικό πληθυντικό
électoraux
θηλυκό ενικό
électorale
θηλυκό πληθυντικό
électorales
θεματικό πεδίο
politique, droit, gouvernement
Παραδείγματα
Le système électoral a changé cette année. 

Το εκλογικό σύστημα άλλαξε φέτος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store