Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le journal intime
01
προσωπικό ημερολόγιο, ιδιωτικό ημερολόγιο
carnet dans lequel une personne écrit ses pensées et expériences quotidiennes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
journaux intimes
Παραδείγματα
Elle écrit dans son journal intime tous les soirs.
Γράφει στο προσωπικό της ημερολόγιο κάθε βράδυ.



























