le chemin
chemin
ʃəmɛ̃
shēme

Ορισμός και σημασία του "chemin"στα γαλλικά

01

μονοπάτι, δρόμος

endroit où l'on peut marcher ou passer pour aller quelque part 
le chemin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chemins
Παραδείγματα
Nous avons suivi le chemin jusqu'au village. 

Ακολουθήσαμε το μονοπάτι μέχρι το χωριό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store