Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
percatar
01
darse cuenta de algo al observarlo o advertirlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
Παραδείγματα
Me percaté de un error en el informe.
LanGeek
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
darse cuenta de algo al observarlo o advertirlo
LanGeek