Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agreste
01
άγριος
que no está cultivado o tiene un aspecto natural y poco domesticado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas agreste
συγκριτικός βαθμός
mas agreste
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
agreste
αρσενικό πληθυντικό
agrestes
θηλυκό ενικό
agreste
θηλυκό πληθυντικό
agrestes
Παραδείγματα
La costa es agreste y rocosa.
Η ακτή είναι άγρια και βραχώδης.



























