el trepa
Pronunciation
/tɾˈepa/

Ορισμός και σημασία του "trepa"στα ισπανικά

01

καριερίστας

persona que asciende socialmente de forma oportunista o sin escrúpulos 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trepas
αρσενικό ενικό
trepa
θηλυκό ενικό
trepa
Παραδείγματα
Es un trepa que solo busca contactos influyentes. 

Είναι ένας τρέπα που αναζητά μόνο επιδραστικές επαφές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store