Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cable coaxial
01
ομοαξονικό καλώδιο
cable eléctrico formado por un conductor central y una malla conductora externa, usado para transmitir señales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cables coaxiales
Παραδείγματα
Instalaron un nuevo cable coaxial en el edificio.
Εγκατέστησαν ένα νέο ομοαξονικό καλώδιο στο κτίριο.



























